Paidiatros.com

Ψυχικές αλλαγές στην Εφηβεία - Σεξουαλικότητα (αγόρι - κορίτσι)

Νίκος Αγαθοκλέους, Κλινική Ψυχολόγος

  
 
 
Ψυχικές αλλαγές στην Εφηβεία - Σεξουαλικότητα  (αγόρι - κορίτσι)


Το σεξ δεν είναι έρωτας. Παρ’ όλα αυτά όταν ο σεξουαλικός τομέας δεν είναι ικανοποιητικός, απαιτείται αρκετός ιδεαλισμός ή υποχωρητικότητα από ένα ζευγάρι για να μπορέσει να συμβιώσει. Η εφηβεία απεικονίζει αυτή την καθ’ όλα ιδιαίτερη στιγμή όπου διακυβεύεται η αρμονία ανάμεσα σε ερωτική και σεξουαλική  ζωή, κατά τρόπο περισσότερο απαιτητικό στο κορίτσι, ενώ με λιγότερο ενεργό ενδιαφέρον στο αγόρι, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια.


Η ήβη  και η μεταμόρφωση του σώματος αποτελούν θεμελιώδη χαρακτηριστικά της εφηβείας. Νέες ανάγκες αρχίζουν να εμφανίζονται, αυτές θα καθορίσουν σταδιακά την εισδοχή ενός εφήβου (αγόρι - κορίτσι) σε ένα νέο σεξουαλικό, ερωτικό βίο. Εν τούτοις, η ανάπτυξη αυτή δε γίνεται μέσα σε μία μέρα. Είναι ωστόσο, καθ’ όλα αυτονόητο, λόγω της ήβης, η ανάπτυξη αυτή επιτελείται επί σχετικά μακράς περιόδου, για δυο, τρία, τέσσερα χρόνια. Ας ορίσουμε με ακρίβεια το τι εννοούμε όταν μιλούμε για σεξουαλικότητα: πρόκειται για μια πλατιά σχετική έννοια που δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη σεξουαλική πράξη. Εάν εξάλλου στις μέρες μας μιλάμε τόσο πρόθυμα για τη σεξουαλικότητα του εφήβου,  καμιά φορά  μάλιστα με τρόπο υπερβολικό, να μη νομίσουμε όμως, ότι πριν την εφηβεία το παιδί (αγόρι - κορίτσι ) αγνοεί τα πάντα σχετικά με τη σεξουαλικότητα. Η σεξουαλικότητα δεν ξεκινά με την εφηβεία. O Freud ήταν ένας από τους πρώτους που επισήμανε ότι το παιδί (αγόρι - κορίτσι ), από πολύ νεαρή ηλικία, αναπτύσσει  περιέργεια  γύρω από τα σεξουαλικά πράγματα, ενώ επινοεί διάφορες σεξουαλικές θεωρίες.


Ο ρόλος που διαδραματίζει η ήβη ( εφηβεία), ακολουθούμενη από  ανάπτυξη της σεξουαλικής ωρίμανσης, είναι να αναδιοργανώσει συγκεκριμένα την παιδική σεξουαλικότητα σε ένα ενοποιημένο σύστημα υπό την κυριαρχία  της ενήλικης σεξουαλικότητας. Όλα αυτά, τα κατά τα άλλα συνηθισμένα συμβάντα, που διαδραματίζονται κατά τη διάρκεια της ήβης, μπορούν να εστιάσουν το άγχος,  τις ανησυχίες του εφήβου με αποτέλεσμα να προκαλέσουν παρατεταμένες διαταραχές, οι οποίες θα εμφανιστούν υπό μορφή, για παράδειγμα, αναδίπλωσης στον εαυτό του ή άρνησης επικοινωνίας με τους άλλους. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο είναι σημαντικό να τα γνωρίζουμε πολύ καλά, ώστε να μπορέσουμε να καθησυχάσουμε τον κάθε καταπονημένο έφηβο ( αγόρι - κορίτσι ).
Η σε βάθος μετατροπή της εικόνας του σώματος και η επερχόμενη εισβολή της ώριμης σεξουαλικότητας συγκλονίζουν την ψυχολογική λειτουργία  κάθε εφήβου.


Η σχέση ανάμεσα σε ψυχισμό  -  σώμα που έχει ένα φύλο
Το πρόβλημα του εφήβου είναι πραγματικά τούτο: τι κάμνει με αυτό το σώμα, που από τώρα είναι φορέας ενός αναγνωρίσιμου φύλου; Ο έφηβος οφείλει καταρχήν να αναδομήσει, να τροποποιήσει την ταυτότητά του, ώστε να ενσωματώσει αυτή τη νέα σεξουαλική ταυτότητα.

 

Η ταυτότητα που έχει ένα φύλο
Η ανάπτυξη  ταυτότητας που φέρει ένα φύλο στηρίζεται καταρχήν στην αναγνώριση,  κατόπιν στην αποδοχή μιας νέας εικόνας σώματος. Γι΄αυτό διαμορφώνεται αυτή η μεγάλη περίοδος αμφιταλάντευσης του εφήβου. Ο έφηβος ( αγόρι - κορίτσι ) έχει  ανάγκη επιτήρησης, επίβλεψης, ελέγχου του σώματος : είναι γι’ αυτό το λόγο που κλείνεται συχνά στο μπάνιο, παραμένοντας εκεί, κάποιες φορές αρκετές ώρες, για να εξετάσει την πρόσοψη , το προφίλ ή το πίσω μέρος του σώματος παίζοντας με τους καθρέφτες. Πρόκειται για μια εργασία αναγνώρισης της εικόνας του εαυτού. Στην εικόνα σώματος είναι που θα επενδύσει ο έφηβος, ως αποτέλεσμα του αισθήματος, ότι το σώμα  είναι ένα αντικείμενο μοναδικό, το οποίο τού ανήκει. Η εικόνα σώματος όμως δεν υπάρχει μόνο για τον ίδιο τον εαυτό μας, αλλά επίσης και για τους άλλους. Παραπέμπει στην κοινωνία, στις αμοιβαίες ανταλλαγές μεταξύ της εικόνας που έχουμε για τον εαυτό μας και της εικόνας που έχουν οι άλλοι για μας. Δομείται (η εικόνα σώματος) επίσης δια μέσου του βλέμματος, το οποίο οι άλλοι ρίχνουν σε αυτό το σώμα και του συνοδού σχόλιου που κάνουν. Ο έφηβος (αγόρι - κορίτσι ) λοιπόν, είναι εξαιρετικά εξαρτώμενος από το περιβάλλον  είτε πρόκειται για  ενήλικες οικείους του, είτε πρόκειται για  ομοίους του.


Έφηβος -  αίσθημα  ταυτότητας
Η εργασία της αναγνώρισης, ακολούθως δε, η εργασία της σταθερότητας της εικόνας του σώματος, που γίνεται προοδευτικά, οδηγούν στο αίσθημα κατοχής μιας ταυτότητας. Θεωρούμε ότι η ταυτότητα αποκτάται όταν ένα άτομο καταφέρνει να ταυτιστεί κατά τρόπο μόνιμο με  διάφορους τομείς της ζωής του :
(α)  ενήλικη σεξουαλικότητα
(β)  σχέσεις  με το άλλο φύλο.(σε επίπεδο ατομικό, κοινωνικό)
(γ)  φιλοδοξίες, επαγγελματικοί στόχοι κλπ


Η ταυτότητα που φέρει ένα φύλο ανήκει βέβαια εξ ολοκλήρου σε αυτή την ταυτότητα ˙ συνίσταται στο να αναγνωρίσει  ότι ανήκει σε ένα φύλο – αρσενικό ή θηλυκό. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το βιολογικό φύλο συνάδει με το κοινωνικό ή το ψυχικό φύλο. Στην εφηβεία, η μεταμόρφωση του σώματος επιβάλλει στον έφηβο (αγόρι - κορίτσι ) να επιλέξει μεταξύ  αρσενικού ή  θηλυκού. Κατά τρόπο παράδοξο, η πρόσβαση στην ταυτότητα που έχει ένα φύλο ξεκινά ως συνήθως με μια απώλεια , τη δυνητική αμφιφυλοφυλία, του απροσδιόριστου της παιδικής ηλικίας.


Έτσι ένα μικρό παιδάκι μπορεί να διατηρήσει σε κάποιο βαθμό το αμφιλεγόμενο εφόσον το σώμα  είναι ακόμη άνηβο. Το μικρό αγόρι γνωρίζοντας πολύ καλά ότι είναι ένα μικρό αγόρι, μπορεί να  διασκεδάζει με κοριτσίστικα παιχνίδια, χωρίς ωστόσο να θέτει σε κίνδυνο το αίσθημα  ταυτότητάς του. Παρόμοια, το μικρό κορίτσι μπορεί να παίζει το αγόρι χωρίς  αυτό να αποτελεί ένα κίνδυνο για το αίσθημα  θηλυκότητάς του. Δεν συμβαίνει το ίδιο στην εφηβεία. Ο έφηβος (αγόρι - κορίτσι ) δεν μπορεί πλέον να παίζει με το αμφιλεγόμενο. Στους περισσότερους έφηβους, η επιλογή φύλου, η οποία επιβάλλεται από το σώμα, εκφράζεται μέσα από μια σκληρή μάχη μεταξύ  ενεργητικών ή παθητικών τάσεων της προσωπικότητας. Παραδοσιακά, αποδίδουμε τις ενεργητικές τάσεις στο αρσενικό (αγόρι), ενώ τις παθητικές στο θηλυκό (κορίτσι). Αυτή η συγκρότηση της δυάδας, ενεργητικότητα – παθητικότητα, αποτελεί μια σημαντική ψυχική εργασία, την οποία έχει να επιτελέσει ο έφηβος (αγόρι - κορίτσι ). Έτσι λοιπόν, μερικοί έφηβοι δείχνουν ένα είδος υπερενεργητικότητας από το φόβο της παθητικότητας. Αντίστροφα, κάποιοι άλλοι βυθίζονται σε μια παθητική αδράνεια, φοβούμενοι την ενεργητικότητα, που συχνά εξομοιώνουμε με  βία ή ενόρμηση καταστροφής. Αυτή η δυάδα, ενεργητικότητα–παθητικότητα, θα παίξει ένα ουσιαστικό ρόλο στις σχέσεις του εφήβου με τον ερωτικό  σύντροφο που θα αποκτήσει. Πολλές δυσκολίες που αφορούν την ερωτική - σεξουαλική ζωή ενός εφήβου, εκφράζουν τις εντάσεις που σχετίζονται με τη δυσκολία συγκρότησης της δυάδας αυτής,  τη δυσκολία  ψυχικής αποδοχής της μιας ή της άλλης συνιστώσας.


Η απόσταση ως προς τις γονικές εικόνες
Συγχρόνως με την αναγνώριση του εαυτού στη νέα εικόνα σώματος - στη νέα ταυτότητα που έχει ένα φύλο, επιβάλλεται στον έφηβο ( αγόρι - κορίτσι ), να τροποποιήσει τις μέχρι τούδε σχέσεις που διατηρούσε με τους γονείς  και  τις εσωτερικευμένες γονικές εικόνες. Η εμφάνιση  ώριμης σεξουαλικότητας κάνει εφικτές πλέον τις σεξουαλικές σχέσεις, υποχρεώνει δε, τον έφηβο να ξεκινήσει μια σχετική εργασία απομάκρυνσης από τους γονείς. Η αιμομικτική απειλή που συνδέεται με την ενορμησιακή σεξουαλική διέγερση εξηγεί αυτή την ανάγκη. Το κορίτσι - έφηβος μπορεί να αισθανθεί ότι διεγείρεται από τον πατέρα,  το αγόρι – έφηβος μπορεί να αισθανθεί ότι ελκύεται ή σαγηνεύεται από τη μητέρα. Είναι πασιφανές ότι εάν οι γονείς υιοθετήσουν σαγηνευτικές ή αποπλανητικές συμπεριφορές, λίγο πολύ συνειδητές, τότε αυτό μπορεί να αυξήσει την εσωτερική ψυχική ένταση του εφήβου. Επομένως, ο έφηβος αποχωρίζεται από τους οιδιπόδειους δεσμούς  ( πραγματικούς  γονείς -  εσωτερικευμένες γονικές εικόνες ).


Η ενήβωση, η ωρίμανση της προσωπικότητας δίνουν ένα καινούργιο νόημα στις σχέσεις με τους γονείς, συμπεριλαμβανομένων των σχέσεων του εφήβου με την παιδική  ηλικία. Στην εφηβεία, η τροποποίηση εκ των υστέρων της παιδικής ηλικίας θεμελιώνει τις βάσεις της οργάνωσης της προσωπικότητας του μέλλοντα ενηλίκου. Ακολουθώντας την ίδια αναλογία, θα μπορούσαμε να πούμε σε επίπεδο ψυχολογικό, ότι η εφηβεία είναι συγκρίσιμη με την εργασία εμφάνισης που γίνεται σε ένα εργαστήρι, ενός αρνητικού φωτογραφίας παρμένο από την παιδική ηλικία.


Το σύνολο όλων των μεταβολών, είτε πρόκειται για  προοδευτική σταθεροποίηση της εικόνας σώματος, της αναγνώρισης,  αποδοχής μιας ταυτότητας που φέρει ένα φύλο είτε πρόκειται για την κινητικότητα  οιδιπόδειων γονικών εικόνων και της κράτησής τους σε κάποια σχετική απόσταση, όλα τα παραπάνω καθορίζουν την επιλογή, που θα κάνει ο έφηβος ώστε να επιλέξει  μελλοντικούς ερωτικούς  συντρόφους με άλλα λόγια, καθορίζουν την επιλογή  σεξουαλικού αντικειμένου (με τη φιλοσοφική έννοια του όρου: είσαι το αντικείμενο της αγάπης μου, είσαι το αντικείμενο της επιθυμίας μου, δηλαδή η κατεύθυνση προς την οποία τείνει η σεξουαλική ενόρμηση, έχοντας ως σκοπό την ικανοποίηση ).

 

Από την αναζήτηση του ιδίου του εαυτού στην κατοχή του άλλου
Η επιλογή του σεξουαλικού αντικειμένου, δηλαδή το αντικείμενο προς το οποίο θα κατευθυνθεί η ερωτική ενόρμηση ή άλλως πως ονομαζόμενη λιβιδινική ενόρμηση, εξαρτάται από πολλούς παράγοντες οι οποίοι στην πλειοψηφία διέπονται από τις ασυνείδητες προθέσεις του ατόμου.
Η ταυτότητα που έχει ένα φύλο διαδραματίζει λοιπόν ένα ουσιαστικό ρόλο. Ο έφηβος οφείλει να ταυτιστεί με ένα καθορισμένο φύλο, φύλο που είναι αυτό του σώματός του, αλλά επίσης, αυτό της ψυχικής του λειτουργίας. Ο έφηβος οφείλει να αναγνωρίσει τον εαυτό του ως άνδρα ή ως γυναίκα και εφόσον έχει λήξει η ενήβωση, δεν είναι δυνατόν να αναγνωρίσει τον εαυτό του όντας συγχρόνως και τα δύο ή ούτε άντρας ούτε γυναίκα. Κάποιες ψυχοπαθολογικές συμπεριφορές μαρτυρούν εξάλλου την άρνηση αυτής της επιλογής : είναι το παράδειγμα της περίπτωσης των κοριτσιών κυρίως, που υποφέρουν από ψυχογενή ανορεξία.


Αυτός ο προσδιορισμός της  ταυτότητάς, ειδικά της ταυτότητας που έχει ένα φύλο, γίνεται προοδευτικά. Μπορεί δε, να στηριχτεί από κάποιες επιλογές οι οποίες είναι ναρκισσιστικής φύσεως. Επομένως, ο έφηβος (αγόρι - κορίτσι ) μπορεί ν αγαπήσει αυτόν ή αυτήν που θεωρεί ως αντανάκλαση του εαυτού του (κατοπτρική σχέση) ή μπορεί να αγαπήσει αυτόν στον οποίο θα ήθελε να μοιάζει. Ο έφηβος μπορεί ακόμη να επιλέξει αυτόν από τον οποίο αγαπιέται για να στηρίξει την  εκτίμηση που έχει για τον εαυτό του ή για να καλύψει  φόβους ή αβεβαιότητες που έχει για την αυτοεκτίμησή του: το ότι αισθάνομαι να με αγαπά κάποιος αυτό επιβεβαιώνει ότι έχω κάποια αξία, τουλάχιστον για αυτό το άτομο. Γνωρίζουμε ωστόσο, ότι μεγάλος αριθμός εφήβων διακατέχεται από έντονες αμφιβολίες σε ότι αφορά την αξία του. Πέραν του προσδιορισμού του  εαυτού μας ή του σεξουαλικού ρόλου, υπάρχει, μέσα από την επιλογή του σεξουαλικού συντρόφου,  ένα παιχνίδι κατάκτησης. Το παράδοξο είναι ότι αυτή η κατάκτηση οφείλει να ξεκινήσει με μια απομάκρυνση: ο έφηβος απομακρύνεται παίρνοντας μια απόσταση  από γονείς  και  εσωτερικευμένες γονικές εικόνες. Έτσι, η επιλογή του άλλου γίνεται σε συνάρτηση με αυτές τις οιδιπόδειες εικόνες˙ επομένως, ο έφηβος δύναται να επιλέξει ασυνείδητα κάποιο άτομο το οποίο παρουσιάζει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά των οιδιπόδειων εικόνων. Η αντίθετη επιλογή, δηλαδή το ότι θα επιλέξει ένα άτομο που θα έχει τα αντίθετα χαρακτηριστικά με τις οιδιπόδειες εικόνες σημαίνει ακριβώς το ίδιο πράγμα. Έτσι λοιπόν, το κορίτσι θα επιλέξει ένα αγόρι το οποίο μοιάζει στον πατέρα της ή είναι η αντίθετη εικόνα του πατέρα. Αντίστροφα, το αγόρι θα επιλέξει ένα κορίτσι το οποίο μοιάζει στη μητέρας του ή έχει αντίθετη εικόνα ως προς τη μητέρα. Αυτή η ομοιότητα ή αυτή η αντίθεση δεν αφορά κατ’ ανάγκην τον πατέρα ή τη μητέρα μέσα από την ολότητά τους˙ μπορεί να αφορά μόνο μια πλευρά της προσωπικότητάς τους:  χαρακτήρα, ενδιαφέροντα, σωματική όψη, κλπ.
Αυτή η ψυχολογική εργασία δεν επιτελείται σε μια μέρα ή μονομιάς. Υπάρχουν περίοδοι αμφιβολίας, βεβαιότητας, ενθουσιασμού, πρόοδοι, οπισθοδρομήσεις, ξαφνικές ανακαλύψεις όπου ο έφηβος αισθάνεται να έχει πάρει ολοκληρωτικές απαντήσεις στους προβληματισμούς του, περίοδοι αποψευδαίσθησης, κλπ. Είναι όλες αυτές τις αβεβαιότητες, το άστατο πνεύμα, τις ακατάστατες συμπεριφορές, αυτό το πήγαινε–έλα, που οι γονείς γνωρίζουν πολύ καλά σε ότι αφορά τον ερωτικό βίο των έφηβων, κυρίως στα αρχικά στάδια της εφηβείας. 


Ο έφηβος οφείλει επίσης να επεξεργαστεί την ακόλουθη προβληματική: να ενσωματώσει προοδευτικά το σύνολο των διάφορων προγενετήσιων ενορμήσεων – δερματικών, στοματικών, πρωκτικών, κλπ, - στη σεξουαλικότητά του και στις σεξουαλικές του σχέσεις, υπό τη μορφή των προκαταρκτικών της ίδιας της συνουσίας: παιχνίδι χαδιών, φιλιών, κλπ. Στα αρχικά στάδια του σεξουαλικού βίου, ο έφηβος κατακυριέυεται από κάποιο είδος διχοτόμησης. Έτσι, ο έφηβος προβάλλει την ανάγκη  για τρυφερότητα, διότι η ίδια η γενετήσια σχέση αποτελεί πηγή άγχους - αγωνίας. Αντίστροφα, κάποιοι έφηβοι έχουν καταρχήν και πάνω από όλα την ανάγκη να εκκενώσουν τη σεξουαλική ενόρμηση στη σεξουαλική πράξη, η οποία στερείται κάθε σχέση τρυφερότητας, διότι φοβούνται, τρέμουν μια πιθανή παλινδρόμηση σε αυτές τις διάφορες προγενετήσιες ενορμήσεις της παιδικής ηλικίας. Συγχρόνως, ο έφηβος οφείλει να περάσει από τον αυτο–ερωτισμό στον τομέα της εταιροσεξουαλικότητας. Οφείλει καταρχήν, να παραιτηθεί από τη φαντασίωση  να αυτοικανοποιείται, επομένως οφείλει να αποδεχθεί να εξαρτηθεί από κάποιον άλλο για να βρει  ικανοποίηση.


Εάν οι πρώτες αυνανιστικές δραστηριότητες έχουν να κάνουν μάλλον με την ανάγκη εκκένωσης μιας έντασης, σιγά-σιγά ο έφηβος (αγόρι - κορίτσι) επεξεργάζεται, κατά τη διάρκεια  αυνανιστικών δραστηριοτήτων, ένα φαντασιωσικό σενάριο στο οποίο εμπλέκει συχνά ένα σύντροφο. Ο δεσμός που εγκαθιδρύεται μεταξύ  φαντασιωσικού σεναρίου - αυνανιστικής πράξης απεικονίζει κατά κάποιο τρόπο την εκμάθηση  της ικανοποίησης, με την οποία η σεξουαλικότητα συνδέεται.
Εάν ο αυνανισμός δε χαρακτηρίζεται πλέον ως παθολογικός ή αισχρός, όπως συνέβαινε στο παρελθόν, είναι διότι ακριβώς αντιπροσωπεύει, εξαιτίας της συχνότητας  και της κοινοτοπίας του, μια συμπεριφορά που είναι ο μοχλός οργάνωσης της μέλλουσας σεξουαλικότητας του εφήβου.

 

Από τη φαντασίωση στη σεξουαλική πραγμάτωση
Η εφαρμογή σε πράξη της σεξουαλικότητας είτε πρόκειται στην αρχή με τον αυνανισμό, αργότερα με τη σεξουαλική πράξη  από πάντα κινητοποιούσε στον άνθρωπο τον φαντασιωσικό του κόσμο. Πάμπολλες ονειροπολήσεις κατά την εφηβεία περιστρέφονται γύρω από την ερωτική κατάκτηση. Αυτό προϋποθέτει όχι μόνο  επιλογή ενός συντρόφου, ορίζοντας τα χαρακτηριστικά του (σεξουαλικά, αισθητικά, πνευματικά, ηθικά, σωματικά, κλπ.) αλλά, επίσης τη σταδιακή επεξεργασία ενός ερωτικού σεναρίου. Έτσι συγκροτούνται οι προγενετήσιες και γενετήσιες ενορμήσεις, λιβιδινικές / ερωτικές ή επιθετικές, υπό μορφή διαφόρων φαντασιώσεων (παιχνίδια χαδιών και φιλιών, φαντασιώσεις ομοφυλοφιλικές, ετεροφυλικές, σαδιστικές ή μαζοχιστικές, ηδονοβλεπτικές κλπ). Οι στιγμές μόλις ξαπλώσει ο έφηβος ( αγόρι - κορίτσι ) παρουσιάζονται ως οι πλέον ευνοϊκές για να κατασκευάζει ο έφηβος ένα τέτοιο σενάριο. Προοδευτικά, ο αυνανισμός συνοδεύει, μετά ενισχύει αυτές τις ονειροπολήσεις που λαμβάνουν χώρα σε ένα συναισθηματικό κλίμα ίδιον κάθε ανθρώπου. Για κάποιους έφηβους, η παιχνιδιάρικη, ηδονιστική ποιότητα υπερισχύουν. Άλλοι, βιώνουν τις ονειροπολήσεις, τις αυνανιστικές  δραστηριότητες κατά τρόπο ανήσυχο, ενώ κάποιοι άλλοι αισθάνονται ακόμη ντροπή. Αυτά τα σενάρια συνιστούν πάντα ένα συμβιβασμό μεταξύ  παιδικής σεξουαλικότητας και  ώριμης ενήλικης σεξουαλικότητας.


Ο χρόνος της σεξουαλικής πραγμάτωσης κάνει, ώστε σιγά-σιγά να επιτυγχάνεται η ψυχική εργασία  σύζευξης μεταξύ  φαντασιωσικού σεναρίου και  ερωτικής σχέσης ως πραγματικότητα: το μοίρασμα ανά δύο, κατόπιν η ανταλλαγή αυτών των ερωτικών σεναρίων μεταξύ των συντρόφων, θέτουν τα θεμέλια της ερωτικής σχέσης μεταξύ δύο ατόμων. Αντίθετα, για κάποιες περιπτώσεις όμως, η ψυχική εργασία θα έχει ως στόχο να διατηρήσει ένα διαχωρισμό μεταξύ του φαντασιωσικού σεναρίου, το οποίο κρατείται μυστικό και μιας σχέσης που περιορίζεται στη σεξουαλική πράξη: ο στόχος του ατόμου θα είναι λοιπόν να εκμεταλλευτεί τον  ερωτικό σύντροφο, τροφοδοτώντας κρυφά το σεξουαλικό του σενάριο. Η σεξουαλικότητα ενός ζευγαριού οργανώνεται γύρω από αυτή τη διπλή αποδοχή και αναγνώριση: του ίδιου του εαυτού και του άλλου ή, αντίθετα, της διπλής άρνησης και μη αναγνώρισης του  εαυτού και του άλλου.


Η κοινωνία όμως δεν αφήνει τους έφηβους να έχουν  ελευθερία  σώματος και  συναισθημάτων. Αναφορικά με τη σεξουαλικότητα, η πολιτισμική πίεση,  με οποιοδήποτε τρόπο , είναι σημαντική. Άλλοτε η ένταση  απαγορεύσεων - απειλών, που βάραιναν τις επιπτώσεις κάθε σεξουαλικής πραγμάτωσης, αποτελούσε πηγή σχετικά έντονου άγχους. Έτσι στο κορίτσι, ο φόβος μιας εγκυμοσύνης κυρίευε συχνά τις σκέψεις ˙ στο αγόρι, ο φόβος  εγκυμοσύνης της συντρόφου, μερικές φορές της σύφιλης, μπόρεσαν να προκαλέσουν, στις προηγούμενες γενεές, έντονες αναστολές.
Στις μέρες μας, οι παραπάνω φόβοι φαίνονται να είναι ξεπερασμένοι. Σήμερα, ο έφηβος  (αγόπι - κορίτσι) έχει να αντιμετωπίσει στο εξής  όχι έντονες απαγορεύσεις, αλλά απαιτήσεις. Είναι γι’ αυτό το λόγο που οι έφηβοι, κατ’ επανάληψη,διερωτούνται, τολμούν να  θέσουν σε γυναικολόγους, ψυχολόγους, ή ψυχίατρους ερωτήματα όπως: «είμαι φυσιολογικός; Αυτό που κάνω είναι φυσιολογικό;»


Αυτή την ανάγκη τού να είναι φυσιολογικός, πράγμα που εκφράζεται πάντα μέσα από μια μεγάλη ανησυχία, ο κάθε έφηβος την πληρώνει πολύ ακριβά έναντι της κοινωνικής απελευθέρωσης και της απελευθέρωσης των ηθών. Μη έχοντας να αντιμετωπίσει απαγορεύσεις - απειλές που τον εκφοβίζουν, αυτό έχει ένα αντίτιμο: η κοινωνία απαιτεί την υποταγή  σε ένα κανόνα, αυτό της σεξουαλικότητας , της φυσιολογικής, ευτυχισμένης, απελευθερωμένης, οργασμικής σεξουαλικότητας, όπου ο έφηβος θα ευτυχίσει.


Αυτή η απαίτηση τού να είναι φυσιολογικός μπορεί να καταστεί για πολλούς έφηβους η πρώτη γραμμή αγωνίας, άγχους έναντι της σεξουαλικότητας, αποκρύπτοντας το πιο προσωπικό επίπεδο  σεξουαλικών φαντασιών και φαντασιώσεων. Πίσω από αυτούς τους εναγώνιους - αγχογόνους προβληματισμούς ως προς το φυσιολογικό, κρύβεται συχνά ένας φόβος περισσότερο κρυφός, αλλά αγχώδης «ο φόβος  να τρελαθεί, ο φόβος της τρέλας». Εν τοιαύτη περιπτώσει, η συνύπαρξη όλων αυτών των διαφόρων ενορμησιακών τάσεων/αναγκών με αντιτιθέμενες όψεις, η δυσκολία ενοποίησης αυτών των αναγκών, η αμφιβολία σε ότι αφορά την ταυτότητα του εαυτού, τη σεξουαλική ταυτότητα, η αβεβαιότητα  κατάκτησης του άλλου, τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα αυτού του άλλου, όλα αυτά εξηγούν τις συναισθηματικές διακυμάνσεις ή το φόβο της τρέλας. Αντιμέτωποι με αυτό το φόβο κατανοούμε καλύτερα την ανάγκη του έφηβου να είναι φυσιολογικός, αφού άλλωστε ενισχύεται  από  πολιτισμικές και κοινωνικές αναμονές.


Μια τελευταία παρατήρηση σχετική με τα πιο πάνω. Είναι πασιφανές ότι στις μέρες μας οι έφηβοι έχουν πρόσβαση στις σεξουαλικές σχέσεις πιο εύκολα από ότι οι έφηβοι  προηγούμενης γενεάς. Επομένως, το να φτάσει κανείς στη σεξουαλική ικανοποίηση προϋποθέτει την καθεαυτή αναγνώριση όλης αυτής της ψυχικής επεξεργασίας,  της νοητικής αναπαράστασης στην οποία αναφερθήκαμε προηγουμένως. Όλα αυτά απαιτούν χρόνο, χρόνο τον οποίο θα μπορούσαμε να αποκαλέσουμε ο χρόνος της επιθυμίας, ο χρόνος, δηλαδή, που χρειάζεται ο έφηβος για να οργανώσει την επιθυμία.

Ορισμένοι έφηβοι καταλήγουν στη σεξουαλική πράξη χωρίς πραγματικά να δοκιμάσουν, να νιώσουν αυτό το χρόνο, την περίοδο  επιθυμίας. Η εμπειρία μας δείχνει ότι η σεξουαλικότητα - που κάνει, ώστε να κινητοποιεί το άτομο στην ολότητά του – δεν είναι τόσο απλό πράγμα, τόσο άμεσα πασιφανές ή ικανοποιητικό για τον έφηβο, έστω και αν αρέσκονται κάποιοι, μέσω των μέσων μαζικής ενημέρωσης κυρίως, να το αφήνουν να εννοηθεί. Η απελευθέρωση των ηθών, με τη συνεχιζόμενη όμως πίεση των κοινωνικών κανόνων,  η χρονική καμπύλη της κοινωνίας, δε δείχνουν κατ’ ανάγκην ανεκτικότητα στις ανάγκες του εφήβου ως προς τον κόσμο των φαντασιώσεων και ονειροπολήσεων , αλλά ούτε και ως προς την απαιτούμενη χρονική διάρκεια ώστε να μπορέσει να οργανωθεί τόσο η σεξουαλική επιθυμία όσο και η σεξουαλική ικανοποίηση και ευχαρίστηση του εφήβου.

Μείνετε ενημερωμένοι για την υγεία του παιδιού σας

Εισάγετε την ημερομηνία γέννησης του παιδιού σας


Σχετικά Άρθρα







Μείνετε ενημερωμένοι για την υγεία του παιδιού σας

Εισάγετε την ημερομηνία γέννησης του παιδιού σας