Paidiatros.com

Νευρογενής ανορεξία. Ο ρόλος της οικογένειας

Λουΐζα Θεοφάνους, Συμβουλευτική Ψυχολόγος

  
 
 
Νευρογενής ανορεξία. Ο ρόλος της οικογένειας


Η ψυχογενής ανορεξία είναι ένα πρόβλημα που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια στις δυτικές κοινωνίες και ταλαιπωρεί στη πλειοψηφία του (αν και όχι αποκλειστικά) νεαρές γυναίκες, οι οποίες υποσιτίζονται σε βαθμό που καταλήγει σε σοβαρή απώλεια βάρους, με πολλές παρενέργειες στη σωματική και ψυχική τους υγεία.  Υπάρχει κίνδυνος ανάπτυξης μη αναστρέψιμων χρόνιων ιατρικών και ψυχιατρικών προβλημάτων, αλλά και θανάτου.  Η θεραπεία της ανορεξίας είναι αρκετά δύσκολη, με ψηλά ποσοστά υποτροπιασμού.  Είναι λοιπόν σημαντικό όσοι εμπλέκονται στην αντιμετώπιση της – πάσχοντες, γονείς, ιατροί, θεραπευτές, εκπαιδευτές – να προσπαθήσουν να κατανοήσουν τον τρόπο που αυτή δημιουργείται και εκδηλώνεται και κατά συνέπεια και τους τρόπους αντιμετώπισης της.

Πώς αντιμετωπίζουμε λοιπόν το πρόβλημα της ψυχογενούς ανορεξίας;

Όπως ισχύει για κάθε ψυχολογικό πρόβλημα, πρέπει πρώτα να γνωρίζουμε τι είναι και τι την προκαλεί, ώστε να ξέρουμε τι χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε. Η ανορεξία λοιπόν είναι μια από τις διατροφικές διαταραχές (όπως είναι και η βουλιμία) που χαρακτηρίζεται από ένα έντονο φόβο πάχους, σοβαρή απώλεια βάρους, εμμονή με το βάρος, διαστρεβλωμένη αντίληψη του σώματος και των αναγκών του και απώλεια κύκλων της εμμήνου ρύσης, ανάμεσα σε άλλα. Συνήθως εμφανίζεται σε άτομα νεαρής ηλικίας, κατά συντριπτική πλειοψηφία κορίτσια, από οικογένειες με ψηλό κοινωνικο-μορφωτικό επίπεδο. Έχει σοβαρές σωματικές επιπτώσεις που μπορούν να οδηγήσουν ακόμα και στο θάνατο, ενώ οι ψυχολογικές διαστάσεις του προβλήματος είναι επίσης πολύ σοβαρές και πολύπλοκες, με αποτέλεσμα να κατατάσσεται ανάμεσα στα δυσκολότερα προβλήματα για αντιμετώπιση από τους ειδικούς. Για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της ανορεξίας χρειάζεται συνήθως μακροπρόθεσμη ψυχοθεραπεία.

Αιτίες που προκαλούν νευρογενής ανορεξία
Όσον αφορά στις αιτίες που προκαλούν τη συμπεριφορά της ανορεξίας και τη δημιουργία της ανάλογης ψυχοσύνθεσης του ανορεκτικού ατόμου, δε θεωρείται ότι υπάρχει μία και μοναδική αιτία (κάτι που ισχύει για όλες τις διατροφικές διαταραχές). Γενετικοί και βιολογικοί παράγοντες θεωρούνται ότι μπορεί να παίζουν κάποιο ρόλο στην ανάπτυξη του προβλήματος, τα αίτια όμως θεωρούνται κατά κύριο λόγο ψυχολογικά: συναισθηματικές δυσκολίες (όπως χαμηλή αυτοεκτίμηση και μειωμένη αίσθηση ελέγχου κάποιου στη ζωή του), διαταραχές προσωπικότητας, κοινωνικά και οικογενειακά προβλήματα.

Από ψυχολογικής απόψεως δε φαίνεται να υπάρχει ένας συγκεκριμένος τύπος προσωπικότητας που χαρακτηρίζει όλα τα άτομα που βιώνουν ανορεξία, εξαιτίας της πολυπλοκότητας του προβλήματος και της διαφορετικότητας του κάθε ατόμου. Θα μπορούσαμε όμως να πούμε ότι υπάρχουν κάποια στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πλειοψηφία των ανορεκτικών, όπως έχουν καταδειχθεί μέσα από τη σχετική βιβλιογραφία. Για παράδειγμα, η ανορεκτική είναι συνήθως «το καλό παιδί» της οικογένειας (τουλάχιστο μέχρι την εκδήλωση του προβλήματος), επιδιώκει διαρκώς να ικανοποιεί τους άλλους και σπάνια εκδηλώνει τις ανάγκες και τις επιθυμίες της, κάτι που την οδηγεί σε μια παραλυτική αίσθηση προσωπικής αδυναμίας και αναποτελεσματικότητας. Είναι συνήθως ευάλωτη στην κριτική και διακρίνεται από τελειομανία, ενώ αγνοεί τις ανάγκες του σώματος της και χαρακτηρίζεται από μια επιφανειακή ψευδοπροσαρμογή σε αλλαγές που στην πραγματικότητα δυσκολεύεται να αποδεχθεί (όπως ο θάνατος, ο αποχωρισμός, η απομάκρυνση από το οικογενειακό περιβάλλον). Η σχετική βιβλιογραφία και ψυχοθεραπευτική εμπειρία καταδεικνύουν επίσης ότι η ανορεκτική συχνά φοβάται τη σεξουαλικότητα και την ενηλικίωσή της (γι’ αυτό ίσως η ανορεξία εκδηλώνεται συνήθως στην εφηβεία) και έτσι υποσυνείδητα πιθανόν η ανορεξία να αποτελεί ένα τρόπο για τη νεαρή κοπέλα να αποφύγει την ενηλικίωση και τη σεξουαλικότητα της. Άλλο επίσης κύριο χαρακτηριστικό των περισσότερων ατόμων που βιώνουν ψυχογενή ανορεξία θεωρείται μια σοβαρή έλλειψη προσωπικής ταυτότητας και αυτονομίας, όπου το άτομο υποφέρει από αισθήματα ανεπάρκειας, ανικανότητας και κενού. Η ανορεκτική βιώνει συνήθως τον εαυτό της ως το προϊόν άλλων, ενώ χαρακτηρίζεται συχνά από καταθλιπτικές τάσεις. Στο πλαίσιο όλων των πιο πάνω, η ψυχογενής ανορεξία αναπτύσσεται συχνά ως μια προσπάθεια της νεαρής κοπέλας να αποκτήσει κάποιον έλεγχο σε μια χαοτική ζωή, όπου ο έλεγχος της διατροφής μπορεί να αποτελεί το μοναδικό για αυτήν πεδίο ελέγχου. Είναι επίσης σημαντικό να αναφερθεί το αίσθημα της πείνας, το οποίο στην πραγματικότητα η ανορεκτική βιώνει και πολλές φορές εκφράζει μετά από ένα χρονικό διάστημα στη ψυχοθεραπεία της, αλλά εκείνο ακριβώς το αίσθημα της πείνας επιδιώκει να καταπνίξει με την εκούσια αποφυγή της τροφής, ώστε να αποδείξει στον εαυτό της ότι μπορεί να κυριαρχήσει στις ανάγκες της και να βιώσει την ικανοποίηση της επιτυχίας και του ελέγχου.

Ρόλος της οικογένειας στη νευρογενή ανορεξία
Η διεθνής βιβλιογραφία και ψυχοθεραπευτική εμπειρία υποδεικνύουν ότι το οικογενειακό περιβάλλον είναι καθοριστικό στην πρόκληση και διαιώνιση της ψυχογενούς ανορεξίας. Είναι έτσι πάρα πολύ σημαντικό να διερευνηθεί, παρά τη δυσφορία και ενοχές που μπορεί αυτό το συμπέρασμα να προκαλεί στους γονείς των ανορεκτικών. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι σε μελέτες που έγιναν μετά την αποθεραπεία ανορεκτικών, όλοι ανέφεραν ότι η οικογένεια δεν τους βοήθησε ψυχολογικά στην αποθεραπεία τους, ενώ οι περισσότεροι είπαν μάλιστα ότι δυσκόλεψε την όλη διαδικασία. Αυτό δε σημαίνει βέβαια ότι η οικογένεια δεν ενδιαφέρεται για τη θεραπεία του ανορεκτικού ατόμου, αλλά ότι ίσως προσωπικές δυσκολίες και συναισθήματα ενοχών τους εμποδίζουν πολλές φορές να χειριστούν καταστάσεις που μπορεί να συντείνουν στη δημιουργία και διαιώνιση του προβλήματος. Εάν πρόκειται όμως να κατανοήσουμε τα αίτια που προκαλούν την ανορεξία και να αναζητήσουμε αποτελεσματική θεραπεία που να διασώσει τη σωματική και ψυχολογική υγεία, ακόμα και τη ζωή των παιδιών μας, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αντιμετωπίσουμε τις ευθύνες μας ως γονείς και να βοηθήσουμε με κάθε δυνατό τρόπο τη διαδικασία της θεραπείας.

Σχετικές έρευνες και πρακτική εμπειρία καταδεικνύουν ότι σε κάποιες οικογένειες ανορεκτικών υπάρχει ιστορικό ανορεξίας, παχυσαρκίας, εμμονής με θέματα διατροφής και εμφάνισης, ενώ σε άλλες περιπτώσεις πιθανό να υπάρχει μια προδιάθεση προς ψυχιατρική / ψυχολογική νοσηρότητα (όπως κατάθλιψη, άγχος των γονέων κλπ). Η ανορεξία έχει επίσης συνδεθεί με εμπειρίες κακοποίησης και παραμέλησης, όπου ως αποτέλεσμα βιώνεται χαμηλή αυτοεκτίμηση. Αναφέρονται επίσης συχνά διαταραγμένες οικογενειακές σχέσεις, για παράδειγμα σοβαρά προβλήματα μεταξύ των συζύγων τα οποία δε γίνονται αμέσως αντιληπτά, αλλά υπάρχουν και επηρεάζουν το παιδί. Άλλα χαρακτηριστικά θεωρούνται η υπερ-προστατευτικότητα των γονιών, αυστηρότητα και ανελαστικότητα, έλλειψη ουσιαστικής επίλυσης συγκρούσεων και περιορισμένη παροχή προσωπικής ελευθερίας και αυτονομίας προς τα παιδιά. Φαίνεται επίσης ότι οι οικογένειες αυτές συνήθως προσπαθούν να παρουσιάσουν μια τέλεια εικόνα προς τα έξω, όπου κανένα πρόβλημα δεν υπάρχει στο σπίτι και εκφράζουν έκπληξη για την ανορεξία του παιδιού τους, που στα μάτια τους δε φαινόταν ποτέ να αντιμετώπιζε κάποιο πρόβλημα. Αυτή η έγνοια της «καλής εικόνας της οικογένειας προς τα έξω» συμβαδίζει με μια έλλειψη εκφραστικότητας και αυθεντικότητας, όπου ο θυμός, η σεξουαλικότητα και η τρυφερότητα δεν εκφράζονται (ανάμεσα στους γονείς και προς τα παιδιά), με αποτέλεσμα τα παιδιά να μαθαίνουν ότι η έκφραση κάποιων συναισθημάτων δεν είναι αποδεκτή και έτσι να τα απωθούν και να τα εκφράζουν με παθολογικές συμπεριφορές.

Σε κάποιες περιπτώσεις η ανορεξία συνδέεται με τη θέση του παιδιού στην οικογένεια, όπως για παράδειγμα αν μια κοπέλα βρίσκεται σε σχέση αντιζηλίας με την αδελφή της, ή αν αισθάνεται ότι το άλλο παιδί της οικογένειας έχει προνομιακή μεταχείριση έναντι της ιδίας. Επιπλέον, οι οικογένειες των ανορεκτικών συνήθως βρίσκονται κάτω από την κυριαρχία των γυναικών, όπου μόνο ο πατέρας εκπροσωπεί το αντίθετο φύλο. Οι μητέρες που συχνά περιγράφονται σαν ψυχρές, άκαμπτες και υπερ-προστατευτικές, αποκαλύπτεται σε βαθύτερη ανάλυση ότι είναι κατά βάθος πολύ καταθλιπτικές, εξαιτίας συζυγικών προβλημάτων ή προβλημάτων με τη δική τους μητέρα. Συχνά, οι μητέρες των ανορεκτικών κουβαλούν φορτία ενοχών επειδή δεν αισθάνονται ότι μπορούν να είναι καλές μητέρες και καταλήγουν σε πιεστικότητα όσον αφορά τη διατροφή των παιδιών τους, τρέφοντας τα υπερβολικά με τροφή παρά με αγάπη. Επιπρόσθετα, η έλλειψη εκπλήρωσης από το σύζυγο φορτίζει τις μητέρες των ανορεκτικών, με αποτέλεσμα συχνά ασυνείδητα να ανατίθεται στο παιδί η φροντίδα να τις αποζημιώσει για τις απογοητεύσεις που βιώνουν. Το παιδί συνήθως ανταποκρίνεται σε μια τέτοια μητρική προσδοκία, αναπτύσσοντας αυτό που αναφέρουμε ως τελειοθηρία, χάνοντας παράλληλα κάθε δυνατότητα προσωπικής αυτονομίας. Αντίθετα με την τυπική συμπεριφορά της μητέρας της ανορεκτικής, ο πατέρας περιγράφεται συνήθως σαν απών, ανύπαρκτος, έστω και αν υπάρχει φυσικά στην οικογένεια, και παραμερίζεται συνήθως από τη μητέρα ή αυτό-παραμερίζεται και θεωρείται (έστω και μη συνειδητά) υποταγμένος και παθητικός. Αυτό που είναι σημαντικό να έχουμε πάντα υπόψη μας είναι ότι δεν υπάρχει ένα μοντέλο που ισχύει για όλες τις οικογένειες όπου υπάρχουν παιδιά με ανορεξία, και χρειάζεται προσοχή στην εξαγωγή συμπερασμάτων από μη ειδικούς, ούτως ώστε να μην επιβαρύνεται η οικογένεια με επιπλέον ταλαιπωρία αντί να βοηθείται σωστά και υπεύθυνα.

Οι στόχοι της αποτελεσματικής θεραπείας ανορεκτικών ατόμων είναι τόσο σωματικοί όσο και ψυχολογικοί, αφού οι δύο παράγοντες είναι αλληλένδετοι. Επιδιώκεται έτσι η ιατρική αποκατάσταση του ατόμου (που μπορεί να γίνει είτε ενδονοσοκομειακά είτε εξωνοσοκομειακά, ανάλογα με τη σοβαρότητα της περίπτωσης, με ξεκάθαρους στόχους και κατά προτίμηση με τη συμφωνία του ασθενή), η κοινωνική και επαγγελματική του αποκατάσταση και η προσωπική – συναισθηματική (αποκατάσταση αυτοεικόνας, αυτοαποδοχή, αντιμετώπιση δυσκολιών προσαρμογής και φόβων απώλειας ελέγχου), που είναι και η πιο δύσκολη και χρειάζεται συνήθως μακροπρόθεσμη ψυχολογική θεραπεία από ειδικούς στην ψυχολογική συμβουλευτική και την ψυχοθεραπεία. Λόγω της σοβαρότητας του προβλήματος, η καλή σχέση του ασθενή με τον/την ψυχοθεραπευτή / ψυχοθεραπεύτρια είναι καθοριστικής σημασίας, όπως και η σταθερότητα και η υπομονή εκ μέρους όλων των συμβαλλόντων μερών, ούτως ώστε όχι μόνο να επιτευχθεί το επιθυμητό αποτέλεσμα, αλλά και αυτό να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα και να αποφευχθεί οποιαδήποτε μοιραία υποτροπή.

Ο ρόλος της οικογένειας στη θεραπεία του ανορεκτικού ατόμου ξεκινά συνήθως από το γεγονός ότι τις πλείστες ίσως φορές είναι αυτή που εντοπίζει την ύπαρξη του προβλήματος. Σε τέτοια περίπτωση, οι γονείς χρειάζεται να συμβουλευτούν ειδικούς για διάγνωση της ανορεξίας και μετά να προχωρήσουν στην επιλογή ιατρού και ψυχοθεραπευτή / -τριας για αντιμετώπιση του προβλήματος. Είναι πολύ σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη οι προτιμήσεις των ασθενών όσον αφορά τη θεραπεία τους (εφόσον βέβαια πρόκειται πάντα για καταρτισμένα άτομα), διαφορετικά το ανορεκτικό άτομο λόγω της ψυχοσύνθεσης του θα εκδηλώσει σοβαρή αντίσταση στη διαδικασία της θεραπείας, με αποτέλεσμα είτε να μην παρατηρείται καμιά βελτίωση, είτε ακόμα και επιδείνωση του προβλήματος. Είναι επίσης πολύ σημαντικό για τους γονείς να σέβονται την προσωπική σχέση ψυχολογικού συμβούλου / ψυχοθεραπευτή / -τριας και ασθενή, αλλά και να προσπαθήσουν να βοηθήσουν στη διαδικασία της αλλαγής, πιθανότατα συμβουλευόμενοι και οι ίδιοι κάποιον ειδικό. Με αυτό τον τρόπο θα βοηθηθούν και οι ίδιοι να αντιμετωπίσουν τυχόν προσωπικές τους δυσκολίες που επηρεάζουν το παιδί, να λάβουν στήριξη για να αντεπεξέλθουν με το πρόβλημα του παιδιού τους και να πετύχουν αναδιαμόρφωση προβληματικών πτυχών του οικογενειακού περιβάλλοντος, κάτι που μπορεί να συμβάλει στην επίσπευση της θεραπείας και στη σταθερότητα των αποτελεσμάτων.

Μείνετε ενημερωμένοι για την υγεία του παιδιού σας

Εισάγετε την ημερομηνία γέννησης του παιδιού σας


Σχετικά Άρθρα







Μείνετε ενημερωμένοι για την υγεία του παιδιού σας

Εισάγετε την ημερομηνία γέννησης του παιδιού σας